Καινουρια Ιστορια

Καλημέρα σε όλους.

Ήρθε η Τρίτη, η ημέρα που είχα ορίσει πως θα ανεβάζω ιστορίες.

Οπότε λοιπόν ανέβασα μια ακόμα. Διαβάστε και περιμενω γνώμες.

Ευχαριστώ!

Advertisements

Body Full Of Lead – One Shot – 03 – Family Values

Σώμα Γεμάτο Μολύβι

Μια βολή – 03 – Οικογενειακές Αξίες

Κείμενο από: havocbanes

«Πιστεύεις στις δεύτερες ευκαιρίες;» – Τζέικομπ Γκριν

        Η Μαρλίν χαλάρωσε το δάχτυλο της από την σκανδάλη και το όπλο σταμάτησε να αδειάζει τις σφαίρες του. Το σώμα του άντρα μπροστά της είχε αρχίσει να κομματιάζεται, και το αίμα ανέβλυζε από τις μεγάλες τρύπες που του είχε προκαλέσει πυροβολώντας το. Σταμάτησε να σημαδεύει και πέταξε το άδειο αυτόματο όπλο στο πάτωμα. Πήρε το όπλο του νεκρού άντρα στα χέρια της, και το έλεγξε καθώς άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για τον επόμενο όροφο. «Τέσσερις όροφοι άδειασαν. Μου έμεινε ένας.» σκέφτηκε καθώς τις ανέβαινε. Ένας όροφος, και λίγοι ακόμα νεκροί, μέχρι να φτάσει στον Φίλιπ. Τον πρώην άντρα της. Δεν του άρεσε η ιδέα πως η Μαρλίν ξαναπαντρεύτηκε. Και έτσι, απήγαγε τον σύζυγο και το παιδί της, τα μοναδικά πλάσματα που είχαν αξία για αυτήν. Και τώρα, θα πλήρωναν το τίμημα.

        Οι άντρες στον διάδρομο του πολυτελούς ξενοδοχείου δεν άκουσαν βήματα, καθώς το παχύ χαλί έθαβε τον θόρυβο στα σπλάχνα του. Η Μαρλίν Γκριν, μία γυναίκα στα τριάντα πέντε της, σήκωσε το χέρι και σημάδεψε προσεκτικά τον άντρα που βρισκόταν μπροστά της. Δεν την είχε αντιληφθεί, και τώρα σημάδευε το ασανσέρ, ενώ θα έπρεπε να προσέχει τις σκάλες. Τράβηξε την σκανδάλη, και η σφαίρα έφυγε από το όπλο, καταλήγοντας στην βάση του κρανίου του άντρα. Αυτός, γονάτισε και έπεσε νεκρός στο πάτωμα, αποκαλύπτοντας από πίσω του τον επόμενο φρουρό που την είδε πρώτος, και την πυροβόλησε στο πόδι. Οι διαταγές του Φίλιπ ήταν σαφείς. Την ήθελε ζωντανή. Η Μαρλίν γονάτισε, αλλά όχι πριν πυροβολήσει και αυτόν τον άντρα. Του άδειασε μερικές σφαίρες στο στήθος, και ξανακαλύφθηκε στις σκάλες. Γρύλισε από τον πόνο και κοίταξε την πληγή της που μάτωνε. «Πρέπει να το κλείσω αυτό.» σκέφτηκε και κρυφοκοίταξε από την γωνία του τοίχου. Μόλις έβγαλε το κεφάλι της όμως, την υποδέχτηκαν αρκετές σφαίρες που κομμάτιασαν τον τοίχο δίπλα της. Η σκόνη μπήκε στα μάτια της, και τώρα δεν μπορούσε να δει. Τα ανοιγόκλεισε πολλές φορές, προσπαθώντας να τα καθαρίσει. Κατάφερε να τα καθαρίσει σε ένα μικρό ποσοστό, αλλά δεν πρόλαβε, καθώς μόλις συνήλθε, είδε μπροστά της δύο άντρες με αυτόματα όπλα να την σημαδεύουν. Πέταξε το όπλο στο έδαφος, και σήκωσε τα χέρια. Δεν χρησίμευε σε τίποτα να πεθάνει από τώρα.

        «Κοίτα την φάτσα της!» σχολίασε ο ένας άντρας που την σημάδευε. «Τι έπαθες; Πάλεψες με αρκούδα;» φώναξε ο άλλος γελώντας. Μιλούσαν για τις ουλές τις. Τις ουλές που τις είχε κάνει ο Φίλιπ όταν την χαράκωσε. Σήκωσε το χέρι της και ακούμπησε απαλά την δεξιά πλευρά του προσώπου της. Εκεί που κάποτε υπήρχε απαλό γυναικείο δέρμα, τώρα υπήρχε ένα αγριεμένο και τραχύ κομμάτι. Όσα χρόνια και να είχαν περάσει, θα συνέχιζε να την ενοχλεί. Έκλεισε τα μάτια της και δάκρυσε.

        Μερικά χρόνια πριν, πάνω από το δάσος του Ίνγουντ στο Μανχάταν. Ένα μαύρο ελικόπτερο αιωρείται, καθώς ο πιλότος προσπαθεί να το κρατήσει σταθερό μέσα στην άγρια βροχή. Μέσα του, βρισκόταν ο Φίλιπ Μπαρθόλομιου Μίλλερ. Ένας άντρας σαράντα χρονών, που ήταν απίστευτα όμορφος μέσα στο λευκό καλοραμμένο κουστούμι του. Το μαύρο φουλάρι του τυλίγονταν χαλαρό γύρω από τον λαιμό του, και κατέληγε να πέφτει απαλά μπροστά στο στήθος του. Γύρω από τα μάτια του είχε αρχίσει να αποκτά μερικές ρυτίδες, ενώ το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο του ανέδυε μια απίστευτα ελκυστική μυρωδιά. Οι γκρίζοι κρόταφοι έκαναν αντίθεση με τα μαύρα μαλλιά του, δίνοντας του μια ιδιαίτερη γοητεία. Στα πόδια του, ήταν πεσμένη η Μαρλίν Μίλλερ, η γυναίκα του. Μια εξίσου όμορφη κοπέλα, με τα μαύρα μαλλιά της να πέφτουν στους ώμους της. Το άρωμα που έβγαζε το πορσελάνινο δέρμα της μπορούσε να μεθύσει ακόμα και θεούς. Φορούσε ένα ακριβό μαύρο φόρεμα, που αναδείκνυε τις καμπύλες της, και στον λεπτό λαιμό της είχε ένα ακριβό χρυσό περιδέραιο. Ήταν μαζί με τον Φίλιπ περίπου πέντε χρόνια, και είχαν ξεκινήσει μαζί από το μηδέν. Αυτός σχεδίαζε τις εκτελέσεις, και αυτή τις πραγματοποιούσε. Έτσι, έφτασαν να γίνουν ένα περιζήτητο ζευγάρι εκτελεστών. Τα χρήματα έρρεαν άφθονα, και η ζωή ήταν υπέροχη. Αυτή τον αγαπούσε, και πίστευε πως νιώθει και ο ίδιος έτσι. Ήταν ευτυχισμένη. Μέχρι που ανακάλυψε για την σχέση που είχε με την γραμματέα του. Όταν τον αντιμετώπισε για αυτό, της είπε πως είχε δίκιο σε ότι και αν έλεγε. Αυτή πληγωμένη του είπε πως θα τον αφήσει. Αυτός χαμογέλασε και με προσποιητά δάκρυα της ζήτησε να βγούνε για τελευταία φορά. Γυρίζοντας με το ελικόπτερο, της έδωσε να πιει σαμπάνια, όπως έκανε συνήθως. Και αυτή ήπιε. Μόνο που αυτή τη φορά η σαμπάνια την νάρκωσε, καθώς το είχε φροντίσει ο Φίλιπ. Και τώρα ήταν πεσμένη στα πόδια του, αδύναμη να κινηθεί. «Κανείς δεν με αφήνει, Μαρλίν.» είπε χαμογελώντας διεστραμμένα, ενώ έπαιζε με την λεπίδα στα χέρια του. Αυτή τον κοιτούσε με μισόκλειστα μάτια. «Θα φροντίσω να μην σε ξανακοιτάξει κανένας.» είπε καθώς πλησίαζε την λεπίδα στο πρόσωπο της. Τα ναρκωτικά πρέπει να ήταν βαριά, καθώς δεν ένιωθε πόνο όταν της χάραζε το πρόσωπο. Έκλεισε τα μάτια της, και άρχισε να κλαίει. Δεν μπορούσε καν να μιλήσει. Ήθελε να ουρλιάξει, να τον πνίξει. Αλλά δεν μπορούσε. Αυτός, με την λεπίδα στο χέρι, χαμογελούσε όσο άνοιγε τομές στο άλλοτε υπέροχο πρόσωπο της. Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθιος και άνοιξε την πόρτα του ελικοπτέρου. «Θα με θυμάσαι κάθε φορά που θα κοιτάς στον καθρέφτη.» είπε και την τράβηξε κοντά στην πόρτα. Μετά πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό της και την φίλησε στα χείλη, λερώνοντας και το δικό του πρόσωπο με αίμα. Μετά την πέταξε από το ελικόπτερο, ρίχνοντας την στο κενό

        Είχε ξυπνήσει σε ένα μικρό δωμάτιο, ξαπλωμένη σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Έβγαλε τους ορούς που είχε πάνω της, και προσπάθησε να σηκωθεί. Αφού τα κατάφερε, ένιωσε τεράστιο πόνο σε όλο της το σώμα. Περπάτησε με δυσκολία μέχρι τον καθρέφτη που έβλεπε, και στάθηκε μπροστά του. Στο είδωλο της είδε πως όλο της το κεφάλι ήταν τυλιγμένο με γάζες. Άρχισε να τις ξετυλίγει, και μόλις είδε το πρόσωπο της ούρλιαξε κλαίγοντας. Ένιωθε προδομένη, και κατακρεουργημένη. Έπεσε στο πάτωμα σε εμβρυακή στάση, και άρχισε να κλαίει.

        Άκουσε την πόρτα να ανοίγει και σηκώθηκε απότομα, έτοιμη να αμυνθεί. Είδε έναν άντρα, με άγρια χαρακτηριστικά, να μπαίνει και να την κοιτά τρομαγμένος. Μια μεγάλη ουλή ξεκινούσε πάνω από το αριστερό του μάτι, και κατέληγε από κάτω. Το γυάλινο μάτι του ξεχώριζε μέσα στο μισοσκόταδο. «Όχι, όχι, όχι!» είπε δυνατά, και την πλησίασε. Αυτή δοκίμασε να του επιτεθεί, αλλά αδύναμη όπως ήταν, έπεσε ξανά στο έδαφος. Αυτός, της έπιασε το χέρι άγαρμπα και το πέρασε γύρω από το λαιμό του, σηκώνοντας την από το πάτωμα. Μετά, αφού την έβαλε να ξαπλώσει πάλι, πήρε καθαρές γάζες από το ντουλάπι δίπλα του, και της ξανατύλιξε το πρόσωπο. «Μην το ξανακάνεις αυτό. Θα μολυνθεί.» της είπε μαλώνοντας την. Αυτή τον κοίταξε με τα δακρυσμένα μάτια της. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε με σπασμένη φωνή. Αυτός χαμογέλασε. «Γκριν. Τζέικομπ Γκριν. Χάρηκα.» της απάντησε χαμογελαστός. Δεν μπόρεσε να το καταλάβει, αλλά κοιτούσε το γυάλινο μάτι του. «Αυτό;» την ρώτησε ο Τζέικομπ θλιμμένα καθώς το έδειχνε. «Είχαν δοκιμάσει να με κλέψουν, και εγώ αντιστάθηκα. Και έτσι αποφάσισαν να μου δώσουν ένα μάθημα.» απάντησε με ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Άσε με εμένα όμως.» συνέχισε. «Εσύ χρειάζεσαι μεγαλύτερη προσοχή.» της είπε και την σκέπασε.

        Πέρασαν δύο μήνες στο κρεβάτι για να συνέλθει. Τα κοψίματα στο πρόσωπο της είχαν κλείσει, αφήνοντας άσχημες ουλές, και τα σπασμένα πλευρά της κόλλησαν ξανά. Προφανώς τα κλαδιά των δέντρων έκοψαν την φόρα της πτώσης της και παρέμεινε ζωντανή, αλλά βαριά τραυματισμένη. Ο Τζέικομπ, την είχε βρει μέσα στο Ίνγουντ, και την είχε μεταφέρει σπίτι του. Το σπίτι του ήταν μια μικρή μονοκατοικία εκεί κοντά. Μέσα είχε τα απαραίτητα. Τίποτα παραπάνω. Δούλευε ως οδηγός σε μια μεταφορική εταιρεία, και έμενε μόνος του. Αργά και με δυσκολία, ο Τζέικομπ κέρδισε την εμπιστοσύνη της, και αυτή άρχισε να τον ερωτεύεται. Εξάλλου, είχε κάνει πολλά για αυτήν, και είχε την ιδιαιτερότητα πως δεν ρωτούσε λεπτομέρειες. Αυτή, φοβισμένη μήπως την αφήσει, δεν του έλεγε τίποτα. Ένα χρόνο μετά παντρεύτηκαν, και ήταν ευτυχισμένοι. Έμεινε έγκυος, και έκανε την μικρή Τζέννα. Πέρασαν τρία χρόνια, με τον Τζέικομπ να μην έχει ρωτήσει για το παρελθόν της, και την Μαρλίν να νιώθει ενοχές που λέει ψέματα στον άντρα που αγαπά. Μέχρι όμως που το παρελθόν της τους πρόφτασε. Ο Φίλιπ έμαθε πως παντρεύτηκε, και απήγαγε τον Τζέικομπ και την Τζέννα.

        Τίναξε το κεφάλι της για να φύγουν οι αναμνήσεις. Σηκώθηκε αγριεμένη και τίναξε τα ρούχα της. «Πάμε.» είπε κοφτά. Έλπιζε πως θα έσωνε την οικογένεια της, αλλά δεν τα κατάφερε. Οπότε, θα έπρεπε να πάει με τα νερά του Φίλιπ για τώρα. Και έτσι ξεκίνησαν για το γραφείο του.

        Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα. Το μεγάλο πολυτελές δωμάτιο που χρησίμευε ως κέντρο επιχειρήσεων του Φίλιπ, είχε μέσα δύο οπλισμένους άντρες. Δίπλα από το γραφείο του, είχαν τον Τζέικομπ πεσμένο στα γόνατα. Μέσα στην αγκαλιά του βρισκόταν η Τζέννα, ασφαλής για τώρα. Ο ένας άντρας στεκόταν δίπλα του, και τους σημάδευε. Μπορούσε να καταφέρει τους άντρες που την σημάδευαν, αλλά δεν θα προλάβαινε τον Φίλιπ, ή τον άντρα που σημάδευε τον Τζέικομπ. Αυτός την κοίταξε στα μάτια θλιμμένος. Έκλεισε τα δικά του και κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Μετά ψιθύρισε κάτι στο αυτί της Τζέννα, και αυτή έγνεψε θετικά δακρύζοντας. Για άλλη μια φορά ο Φίλιπ της κατάστρεψε την ζωή. «Μαρλίν Μίλλερ!» φώναξε εύθυμα ο Φίλιπ. «Όμορφη όπως πάντα.» είπε και χαμογέλασε διεστραμμένα. «Γκριν, Φίλιπ. Μαρλίν Γκριν» του είπε αγριεμένα. Αυτός κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. Μετά πέρασε μπροστά από το γραφείο του για να την πλησιάσει. «Παντρεύτηκες, Μαρλίν;» ρώτησε με προσποιητό ενδιαφέρον. «Δεν θα βρεις ποτέ σου ευτυχία.» της είπε απειλητικά. «Βλέπεις τον άντρα εκεί;» είπε δείχνοντας τον άντρα πάνω από τον Τζέικομπ. «Δεν έχει πρόβλημα να σκοτώσει παιδιά.» είπε διεστραμμένα. «Στο είπα Μαρλίν. Κανείς δεν με αφήνει.» είπε και την σημάδεψε στο κεφάλι.

        Ο Φίλιπ χαμογελούσε με το όπλο στα χέρια του. Αυτή, είδε τον Τζέικομπ να φέρνει το πρόσωπο της Τζέννα κοντά στο δικό του, κοιτώντας την στα μάτια. «Τι είπαμε κοριτσάκι μου;» την ρώτησε. Ακούγοντας το, ο Φίλιπ γύρισε και τον κοίταξε απορημένος. Το κοριτσάκι κούνησε το κεφάλι και έτρεξε αστραπιαία πίσω από το γραφείο. Ο Τζέικομπ χωρίς να σηκωθεί, χτύπησε με δύναμη το πίσω μέρος του γόνατου του άντρα, κάνοντας τον να πέσει μπροστά του. Του πήρε την καραμπίνα από τα χέρια, και βάζοντας την κάνη στο κεφάλι του φρουρού του, τράβηξε την σκανδάλη πυροβολώντας τον. Τα σκάγια πέρασαν μέσα από το κεφάλι του άντρα κομματιάζοντας το. Το πάτωμα μπροστά του γέμισε με αίμα και κομμάτια από το κρανίο του. «ΠΩΣ;» γρύλισε ο Φίλιπ και ετοιμάστηκε να τον σημαδέψει. Αυτή ήταν η ευκαιρία της Μαρλίν. Χτύπησε δυνατά έναν από τους άντρες, και παίρνοντας το όπλο του, τον πυροβόλησε. Αυτός έπεσε στο πάτωμα νεκρός. Μετά πυροβόλησε τον άλλον άντρα ρίχνοντας τον στο πάτωμα, και ακούμπησε αστραπιαία το όπλο της στον αυχένα του Φίλιπ. Αυτός έμεινε ακίνητος, και σήκωσε τα χέρια του ψηλά. Βλέποντας αυτά, ο τελευταίος άντρας που έμεινε πέταξε το όπλο του στο πάτωμα. «Δεν πληρώνομαι αρκετά.» είπε και σήκωσε τα χέρια του. «Φύγε.» του είπε ο Τζέικομπ γρυλίζοντας καθώς σηκωνόταν, και αυτός άρχισε να τρέχει. Μετά έσκυψε και πήρε κάτι από το σώμα του άντρα. Κάτι που το πετούσε στον αέρα και το ξαναέπιανε παιχνιδιάρικα όσο τους πλησίαζε. Η Μαρλίν γούρλωσε τα μάτια της. Στα χέρια του Τζέικομπ βρισκόταν μια χειροβομβίδα. «Μαρλίν, πάρε την Τζέννα, και βγείτε από το δωμάτιο.» της είπε χαμηλόφωνα. «Τζέικ…» ξεκίνησε να πει, αλλά την διέκοψε ο Τζέικομπ. «Μαρλίν. Σε παρακαλώ.» της είπε με τον ίδιο τόνο και σημάδεψε τον Φίλιπ. Αυτή πλησίασε το κεφάλι του Φίλιπ. Τον έπιασε από τα μαλλιά και έφερε το στόμα της δίπλα από το αυτί του. «Είσαι τυχερός.» του γρύλισε και τον άφησε. Μετά πήγε προς το γραφείο που είχε κρυφτεί η κόρη της. Η μικρή Τζέννα είχε κρυφτεί και είχε καλύψει τα αυτιά της, όπως της είχε πει ο πατέρας της. Η Μαρλίν την πήρε στην αγκαλιά της, και ξεκίνησε να προχωρά κουτσαίνοντας, προς την έξοδο. «Πάλι καλά!» είπε ανακουφισμένα ο Φίλιπ μόλις έφυγαν. «Αυτή είναι ανώμαλη!» και γέλασε. «Γιατί, εγώ τι νομίζεις πως είμαι;» τον ρώτησε διεστραμμένα ο Τζέικομπ και τράβηξε την σκανδάλη. Τα σκάγια τρύπησαν το στομάχι του, κάνοντας τον να πετάξει το όπλο και να πέσει έκπληκτος στο έδαφος. Ο Τζέικομπ τον πλησίασε, έβγαλε την περόνη από την χειροβομβίδα και χαμογέλασε. Πέταξε επιδεικτικά την ασφάλεια οπλίζοντας την και την σφήνωσε στην πληγή που είχε ο Φίλιπ στο στομάχι του. Του έκλεισε το μάτι, και άρχισε να τρέχει και αυτός προς την έξοδο. Ο Φίλιπ τρομοκρατημένος προσπάθησε να την τραβήξει έξω.

– Επίλογος –

        Η Τζέννα είχε αποκοιμηθεί γλυκά στο κρεβάτι της. Ο Τζέικομπ και η Μαρλίν κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας, και αποφάσισαν να πουν όλη την αλήθεια. Ξεκίνησε αυτή. Για την ζωή που έκανε. Για τις εκτελέσεις. Για τον Φίλιπ. Δεν μπορούσε να του κρύψει κάτι πια. Τον κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. Αυτός της έπιασε το χέρι και άρχισε με την σειρά του να μιλά. Για τον πόλεμο που πολέμησε. Από αυτούς που γίνονται σε τρίτες χώρες και δεν φτάνουν ποτέ στα πρωτοσέλιδα. Για την ομάδα του που παγίδευσε με τα εκρηκτικά. Για την οργή που ένιωσε για την κυβέρνηση του, που έστελνε τα παιδιά να πεθάνουν. Για τις βομβιστικές επιθέσεις που έκανε. Για τον Φιλ, τον άντρα που αφόπλιζε τις βόμβες του και το παιχνίδι γάτας – ποντικού που έπαιξαν, με τον Φιλ να τον κερδίζει στο τέλος. Ήταν ο Φιλ που του έδωσε την δεύτερη ευκαιρία αφήνοντας τον να φύγει. Ο Τζέικομπ μιλούσε και η φωνή του έσπαγε. «Πιστεύεις στις δεύτερες ευκαιρίες, Μαρλίν;» την ρώτησε θλιμμένα. Αυτή σηκώθηκε και πήγε δίπλα του. Τον αγκάλιασε σφιχτά με όλη της την δύναμη. Αυτός πέρασε το χέρι του στην μέση της, και χώθηκε στην αγκαλιά της.

      – ΤΕΛΟΣ –

Body Full Of Lead – One Shot – 02 – Femme Fatale

Σώμα Γεμάτο Μολύβι

 Μια βολή – 02 – Θανάσιμο Θηλυκό

    Κείμενο απο: havocbanes

 «Το όνομα της ήταν Ελένα Ντε Μάρλο. Ήταν από τις γυναίκες που έσερναν μπελάδες, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή.» – Έντουαρντ Μπόλτον

        Η μέρα είχε προχωρήσει. Η αρχαία μαύρη Κάντιλακ γκρίνιαξε παραπονεμένη, την στιγμή που ο Ιδιωτικός Ερευνητής Μπόλτον σανίδωσε το γκάζι. Έσφιξε δυνατά το τιμόνι, και κοίταξε τον καθρέφτη του αγχωμένος. Κολλητά πίσω του, βρισκόταν ένα κόκκινο σπορ αυτοκίνητο, και προσπαθούσε να τον βγάλει από τον δρόμο. Η Κάντιλακ ήταν ήδη στα όρια της, και δεν μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. «Σκατά!» φώναξε αγριεμένος και κοίταξε δεξιά του. Δίπλα του, στο κάθισμα του συνοδηγού, βρισκόταν η Ελένα Ντε Μάρλο, μια ξανθιά εκθαμβωτική γυναίκα, και γέμιζε το τριανταοχτάρι κοντόκανο ρεβόλβερ της. Φορούσε ένα δερμάτινο τζάκετ, και ήταν τόσο κολλητό πάνω της, που παρόλο που ήταν κουμπωμένο, ξεχώριζες την γραμμή του τέλειου στήθους της. Το δερμάτινο εξίσου κολλητό παντελόνι της, τόνιζε τις υπέροχες καμπύλες της, κολάζοντας κάθε αρσενικό που πετύχαινε στον δρόμο της. Ο Μπόλτον έπιασε πολλές φορές τον εαυτό του να την κοιτά. Και τώρα ήταν μια από αυτές. «Σύνελθε Μπόλτον!» γρύλισε στον εαυτό του, και κοίταξε τον άδειο δρόμο μπροστά του. Η Ελένα έλυσε την ζώνη ασφαλείας, και έβγαλε τον κορμό της έξω από το παράθυρο. Σημάδεψε προσεκτικά, και άρχισε να ρίχνει προς τους διώκτες τους. Είχε κάτσει πάνω στην πόρτα της Κάντιλακ, και τα οπίσθια της ήταν τονισμένα. Ο Μπόλτον ξανακοίταξε προς αυτήν.

           Η Κάντιλακ είχε αρχίσει να παρεκκλίνει από την ευθεία του δρόμου, καθιστώντας δύσκολη την σκόπευση για την Ελένα. Το σπορ αυτοκίνητο απέφευγε τις βολές της, και δεν μπορούσε να σημαδέψει έτσι όπως κουνιόταν η Κάντιλακ. «Μπόλτον! Τα μάτια στον δρόμο!» φώναξε η Ελένα χτυπώντας την οροφή. Ο Μπόλτον τίναξε το κεφάλι του για να συνέλθει, και κοίταξε ξανά στον δρόμο ισιώνοντας το αυτοκίνητο. Όμως πριν προλάβει η Ελένα να γυρίσει το κεφάλι της για να σημαδέψει, άκουσε το σπορ αυτοκίνητο να επιταχύνει. Οι διώκτες τους έπεσαν πάνω τους με δύναμη, διαλύοντας τον προφυλακτήρα τους. Η Κάντιλακ κουνήθηκε σπινιάροντας αλλά παρέμεινε στην πορεία της, με την Ελένα να έχει μόλις κρατηθεί στην θέση της. «Ελένα! Πες μου τι βλέπεις!» φώναξε ο Μπόλτον δυνατά, καθώς έβλεπε το σπορ αυτοκίνητο να επιταχύνει πάλι, χτυπώντας τους ξανά. Η Κάντιλακ έτριξε από την σύγκρουση, αλλά παρέμεινε πάλι στην πορεία της. Ο πίσω προφυλακτήρας της όμως, είχε σπάσει, και σερνόταν στον δρόμο βγάζοντας σπίθες. «Είσαι σοβαρός Μπόλτον;» φώναξε η Ελένα, καθώς προσπάθησε να σημαδέψει ξανά. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό!» συνέχισε, και ετοιμάστηκε να τραβήξει την σκανδάλη. Άργησε όμως, καθώς το σπορ αυτοκίνητο επιτάχυνε και χτύπησε ξανά την Κάντιλακ, κουνώντας την περισσότερο αυτή την φορά. Η Ελένα τινάχτηκε άσχημα, καθώς το αυτοκίνητο σπίνιαρε ξανά, προσπαθώντας να μείνει στην πορεία του. Τόσο άσχημα, που έπρεπε να πιαστεί από την οροφή για να μείνει στην θέση της, αφήνοντας το τριανταοχτάρι να πέσει στον δρόμο. Έσφιξε τα δόντια της, και μπαίνοντας ξανά στην Κάντιλακ, έκατσε στην θέση της. «Ελένα! Για όνομα του Θεού, πες μου τι σκατά ζημιές έχει πάθει το αυτοκίνητο πίσω μας!» φώναξε νευριασμένος ο Μπόλτον. Η Ελένα, δάγκωσε τα χείλη της, καθώς της άρεσε όποτε συμπεριφερόταν έτσι ο Μπόλτον. Τον κοίταξε και χαμογέλασε άτακτα.

        Ο Έντουαρντ Μπόλτον, Ιδιωτικός Ερευνητής, ήταν γύρω στα σαράντα. Γεροδεμένος, με χοντρά μπράτσα και χοντρούς βραχίονες, έμοιαζε με παλαιστή. Το λερωμένο πουκάμισο του είχε κηλίδες αίματος από τον άνθρωπο που ανέκρινε νωρίτερα, ενώ τα μανίκια του ήταν σηκωμένα μέχρι τους αγκώνες. Τα κοντά γκρίζα μαλλιά του ανέμιζαν άτακτα, ενώ οι μύες του αξύριστου άγριου προσώπου του ήταν σφιγμένοι από την ένταση. Μια μεγάλη ουλή ξεκινούσε κάτω από το μάτι του, και έφτανε στην άκρη των χειλιών του. «Έχει σπάσει ο προφυλακτήρας του, και έχει στραβώσει λίγο.» του απάντησε χαμογελώντας. «Ωραία.» σκέφτηκε. «Δεν μπορεί να μας χτυπήσει δυνατά χωρίς να αχρηστευτεί.» είπε, και άρχισε να χτυπά τα δάχτυλα του στο τιμόνι σκεπτικός. «Πόσα χτυπήματα ακόμα έχουμε άραγε;» αναρωτήθηκε. Μετά απευθύνθηκε στην Ελένα. «Δεν βλέπω. Είναι γυμνό μπροστά;» την ρώτησε κοιτώντας πάλι από τον καθρέφτη του. Αυτή πλησίασε στο αυτί του αργά. «Ναι. Γυμνό.» του είπε με την πιο άτακτη φωνή της. Ο Μπόλτον γούρλωσε τα μάτια του, και την κοίταξε. Καθόταν στο λευκό κάθισμα της Κάντιλακ και τον κοιτούσε με προκλητικό βλέμμα που μόνο οι νεκροί θα το αγννοούσαν. Το σώμα της έδινε υποσχέσεις για ατελείωτες νύχτες. Τίναξε ξανά το κεφάλι του. «Σύνελθε Μπόλτον.» είπε στον εαυτό του και ξανακοίταξε στον δρόμο.

        Ήξερε το μέρος που είχανε φτάσει. Μπροστά τους εκτεινόταν μια μεγάλη ευθεία, και μετά θα έμπαιναν στην πόλη. Το σπορ αυτοκίνητο άρχισε να επιταχύνει πάλι. «Φόρεσε την ζώνη σου, κούκλα. Θα κουνήσει λίγο.» είπε ο Μπόλτον κοιτώντας από τον καθρέφτη του. Η Ελένα έσφιξε την ζώνη ασφαλείας και έβαλε τα χέρια της πάνω στο ταμπλό για αντίσταση. Ο Μπόλτον έστριψε το τιμόνι δεξιά, βγαίνοντας τελευταία στιγμή από την πορεία του αυτοκινήτου πίσω του. Το σπορ αυτοκίνητο ήταν κοντά στο πίσω αριστερό φτερό του τώρα, και ετοιμαζόταν να τον χτυπήσει. Αυτός χαμογέλασε και σφίγγοντας το τιμόνι, πάτησε τα φρένα της Κάντιλακ με δύναμη. Τα λάστιχα άρχισαν να ουρλιάζουν, καθώς το αρχαίο θηρίο των δύο τόνων έκοψε απότομα ταχύτητα. Πριν προλάβουν να αντιδράσουν οι διώκτες τους, ο Μπόλτον έστριψε απότομα το τιμόνι της Κάντιλακ, χτυπώντας δυνατά το πίσω δεξί μέρος του σπορ αυτοκινήτου. Κομμάτια από χρώμιο και γυαλιά πετάχτηκαν στον αέρα, φτάνοντας μέχρι το πρόσωπο του. Έκλεισε τα μάτια του στιγμιαία για να τα προστατέψει, και τα άνοιξε πάλι. Δεν είχε τελειώσει. Το σπορ αυτοκίνητο στρίγγλισε, και άρχισε να φεύγει από την πορεία του χάνοντας το κέντρο βάρους. Ο Μπόλτον σανίδωσε ξανά το γκάζι της Κάντιλακ, χτυπώντας το ξανά με δύναμη. Το χτύπημα στράβωσε το πίσω μέρος του αυτοκινήτου, και το έκανε να χάσει εντελώς τον έλεγχο. Σπίνιαρε περισσότερο, μέχρι που τούμπαρε και άρχισε να περιστρέφεται, ξερνώντας κομμάτια πλαστικού και μετάλλου. Μετά από μερικές περιστροφές, το αυτοκίνητο σηκώθηκε στον αέρα και προσγειώθηκε με την οροφή στον δρόμο, κάνοντας έναν απίστευτα εκκωφαντικό θόρυβο.

        Αποφεύγοντας την σύγκρουση την τελευταία στιγμή, ο Μπόλτον σταμάτησε την Κάντιλακ και περίμενε μέχρι να σταματήσει να περιστρέφεται το αυτοκίνητο που τους κυνηγούσε. Μετά, άνοιξε το ντουλαπάκι της Κάντιλακ και πήρε το σαρανταπεντάρι του από μέσα. Το όπλισε και βγήκε από το αυτοκίνητο, παίρνοντας το μαζί του. Η Ελένα βγήκε από το αυτοκίνητο και αυτή και τον ακολούθησε. Ένας άντρας είχε αρχίσει να σέρνεται αργά προσπαθώντας να βγει από το αυτοκίνητο. Ο Μπόλτον τον πλησίασε, και του φύτεψε δυο σφαίρες στο κεφάλι κομματιάζοντας το. Δεν έπρεπε να αφήσει μάρτυρες. Μετά, πήγε από την θέση του συνοδηγού, και πυροβόλησε δύο φορές τον ήδη αναίσθητο άντρα που βρισκόταν εκεί, σιγουρεύοντας τον θάνατο του. Η Ελένα πλησίασε τον άντρα που σερνόταν νωρίτερα και τον έψαξε. Έβγαλε τα λεφτά από το πορτοφόλι του, και το πέταξε στο έδαφος δίπλα από το κεφάλι του. Μετά, πήρε το όπλο του και τους γεμιστήρες που κρατούσε πάνω του. Χαμογέλασε και κλώτσησε με δύναμη το ήδη διαλυμένο κεφάλι του, και ξεκίνησε να προχωρά προς την Κάντιλακ. Ο Μπόλτον, αφού πήρε και αυτός το όπλο και τους γεμιστήρες του συνοδηγού, πήγε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Σημάδεψε το ρεζερβουάρ, και τράβηξε δύο φορές την σκανδάλη ανοίγοντας του δυο τρύπες, όπου άρχισε να τρέχει η βενζίνη που είχε μέσα. Απομακρύνθηκε αρκετά, και γύρισε κοιτάζοντας ξανά το τουμπαρισμένο αυτοκίνητο. Έβγαλε τον αναπτήρα του, και τον πέταξε στην λίμνη από βενζίνη που είχε δημιουργηθεί, αναφλέγοντας την. Με έναν δυνατό θόρυβο, η λίμνη πήρε φωτιά, και η φλόγα άρχισε να μεταφέρεται γρήγορα προς το ρεζερβουάρ.

        Όταν το ρεζερβουάρ εξερράγη, ο Μπόλτον είχε ήδη αρχίσει να τρέχει προς την Κάντιλακ. Το ωστικό κύμα της έκρηξης όμως τον πρόλαβε, και τον σήκωσε στον αέρα. Το σώμα του, μετά από μια μικρή πτήση προσγειώθηκε μπροστά στα πόδια της Ελένα, που ακουμπούσε στην Κάντιλακ. Κοίταξε για λίγο τις μαύρες καστόρινες μπότες της. Ήταν ψηλοτάκουνες, και αυτό της τόνιζε περισσότερο τα οπίσθια. Αυτή τον ακούμπησε απαλά με το αριστερό της πόδι, με το τακούνι να μπαίνει λίγο μέσα στην σάρκα του, προσπαθώντας παιχνιδιάρικα να τον κρατήσει στο έδαφος. «Μου αρέσει όταν οι άντρες πέφτουν στα πόδια μου.» του είπε άτακτα, καθώς άναβε το τσιγάρο της. «Μην χαίρεσαι γλύκα.» της απάντησε κοφτά ο Μπόλτον και σηκώθηκε από το έδαφος. Μετά την πλησίασε, και της πήρε το τσιγάρο από τα χείλη με αργές κινήσεις. Το έβαλε στο στόμα του, και τράβηξε μια μεγάλη τζούρα κοιτώντας την στα μάτια. Μπορούσε να την γευτεί. «Πάμε να δούμε το εμπόρευμα.» είπε και προχώρησε προς την πόρτα της Κάντιλακ. Η Ελένα τον έπιασε από τον ώμο και τον σταμάτησε. «Μπόλτον. Όχι.» του είπε προειδοποιητικά. Αυτός μισόκλεισε τα μάτια με καχυποψία. «Τι συμβαίνει, Ελένα;» ρώτησε γυρίζοντας το σώμα του προς αυτήν. «Μην ανοίξεις τον σάκο.» του είπε κοφτά. «Τι έχεις εκεί μέσα;» ρώτησε αγριεμένος, και της γύρισε την πλάτη. Άπλωσε το χέρι του, και έβγαλε από μέσα από το αυτοκίνητο έναν μεγάλο στρατιωτικό σάκο. Τον ακούμπησε στην οροφή, και τον άνοιξε κοιτώντας μέσα. «Πως;» αναρωτήθηκε βλέποντας το περιεχόμενο.

        Τρία βράδια πριν. Το σκοτάδι της νύχτας είχε τυλίξει την κακόφημη γειτονιά που είχε το γραφείο του ο Έντουαρντ Μπόλτον. Είχε να δει υπόθεση εδώ και δύο εβδομάδες, που σήμαινε πως τα οικονομικά του ήταν πάρα πολύ στενά. Είχε βγάλει το μπουκάλι με το μπέρμπον, και είχε αρχίσει να πίνει όταν άκουσε τον χτύπο στην πόρτα του. Από το μεγάλο σκουρόχρωμο τζάμι της πόρτας διέκρινε μια γυναικεία σιλουέτα, κάνοντας τον να αναρωτηθεί. Έβαλε το μπουκάλι με το μπέρμπον κάτω από το γραφείο στα πόδια του, και το ποτήρι στο μέσα συρτάρι δίπλα του. Σηκώθηκε και πλησίασε την πόρτα για να ανοίξει. Πλησιάζοντας, έφτασε το άρωμα της στα ρουθούνια του, και τον σαγήνευσε η μυρωδιά της. «Σύνελθε Μπόλτον.» είπε, και τίναξε το κεφάλι του. Άνοιξε την πόρτα, και σάστισε. Μπροστά του στεκόταν μια εκθαμβωτική ξανθιά γυναίκα, γύρω στα τριάντα της. Φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν, κολλητό επάνω της, και ένα ανάλογο δερμάτινο παντελόνι. Τα κατακόκκινα χείλη της ξεχώριζαν μέσα στο μισοσκόταδο. «Ο Κύριος Μπόλτον;» ρώτησε με την προκλητική φωνή της. Αυτός άνοιξε περισσότερο την πόρτα, κάνοντας χώρο για να περάσει. «Ο ίδιος.» απάντησε με την βαριά φωνή του. Η γυναίκα πέρασε από μπροστά του, αφήνοντας το άρωμα της να αιωρείται, και στάθηκε μπροστά από το γραφείο του. Ο ήχος από τις μπότες τις πλημμύρισε το δωμάτιο. Ο Μπόλτον την πλησίασε, και της έδειξε την δερμάτινη πολυθρόνα. «Καθίστε.» είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. «Ευχαριστώ.» του απάντησε και κάθισε στην πολυθρόνα. Ο Μπόλτον πήγε στην θέση του, και έκατσε στην δική του καρέκλα. Πήρε ένα χαρτί από το πακέτο που υπήρχε αριστερά στο γραφείο του, και έναν στυλό από το συρτάρι. «Τι σας απασχολεί;» ρώτησε και ετοιμάστηκε να σημειώσει. «Με λένε Ελένα Ντε Μάρλο.» άρχισε να λέει αυτή. «Ένας φίλος σας συνέστησε, και μου είπε πως εκτός από έρευνα, αναλαμβάνετε και την προστασία προσώπων. Σωστά, κύριε Μπόλτον;» τον ρώτησε. Αυτός έγνεψε θετικά. «Ωραία.» συνέχισε αυτή. «Θα με βοηθήσετε να βρω κάτι που μου ανήκει, και θέλω να με προστατέψετε ενώ θα πάμε να το ανακτήσουμε.» του είπε αυτή. Αυτός έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσέπη του πουκάμισου του, και τράβηξε ένα τσιγάρο βάζοντας το στο στόμα του. Μετά το προσέφερε στην γυναίκα. Αυτή πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο και το έβαλε στα χείλη της. Το βλέμμα της ήταν πολλά υποσχόμενο, και τα κατακόκκινα χείλη της του αποσπούσαν την προσοχή. «Σύνελθε Μπόλτον.» είπε στον εαυτό του και τίναξε το κεφάλι του. Μετά, άφησε το πακέτο στο γραφείο, και έβγαλε από την ίδια τσέπη τον χρωμιωμένο αναπτήρα του. Άναψε πρώτα το τσιγάρο της, και μετά το δικό του σκεπτικός. «Για κάποιον με τις… δυνατότητες σας, θα είναι εύκολο.» είπε η γυναίκα με σχεδόν προκλητικό τόνο τονίζοντας τις δυνατότητες. Έκανε ένα δαχτυλίδι με τον καπνό του καθώς τον ξεφυσούσε, και κοίταξε ξανά την γυναίκα. Ήταν από τις γυναίκες που έσερναν μπελάδες μαζί τους, αλλά τα οικονομικά του ήταν χάλια. Δεν είχε και πολλές επιλογές. «Εντάξει.» απάντησε κοφτά, και έσβησε το τσιγάρο του.

– Επίλογος –

        Έκλεισε ξανά τον σάκο στα γρήγορα. «Μου είπες ψέματα! Αυτό δεν είναι δικό σου!» φώναξε ο Μπόλτον και ξεκίνησε να γυρίσει προς την Ελένα. Δεν πρόλαβε όμως, καθώς άκουσέ ένα όπλο να ρίχνει. Η σφαίρα σφηνώθηκε στην πλάτη του, και τον έκανε να φτύσει όλο του τον αέρα. Γονάτισε, και πιάστηκε από την πόρτα της Κάντιλακ. «Πως; Ποιος έζησε;» αναρωτήθηκε τρομοκρατημένος, και γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Λίγο πιο μακριά του, στεκόταν η Ελένα και τον σημάδευε. Το όπλο της κάπνιζε από την βολή που του είχε ρίξει. «Συγγνώμη Μπόλτον. Δεν έπρεπε να ανοίξεις τον σάκο.» του είπε και τράβηξε την σκανδάλη άλλη μια φορά, πετυχαίνοντας το στήθος του. Η πρόσκρουση τίναξε το σώμα του, κολλώντας το στην πόρτα. Αυτός, την κοιτούσε έκπληκτος ενώ μάτωνε. Η Ελένα τον πλησίασε και γονάτισε μπροστά του. Τον έπιασε απότομα από το κεφάλι, και άρχισε να τον φιλά παθιασμένα στο στόμα. Όσο τα χείλη της ήταν ενωμένα με τα δικά του, ακούμπησε την κάνη από το όπλο της στο στομάχι του. Τράβηξε αρκετές φορές την σκανδάλη, αδειάζοντας όλες τις σφαίρες, και μετά τράβηξε τα χείλη της το ίδιο απότομα. Μετά τον άφησε και σηκώθηκε. Χαμογέλασε και τον έσπρωξε με το πόδι της μακριά από την πόρτα της Κάντιλακ, καθώς το σώμα του εμπόδιζε το κλείσιμο της πόρτας. Αυτός έπιασε το στομάχι του έκπληκτος, και άρχισε να φτύνει αίμα. Η Ελένα πήρε τον σάκο από την οροφή, και τον έβαλε στην θέση του συνοδηγού. «Κρίμα και είχες δυνατότητες.» είπε απογοητευμένη, και μπήκε στην Κάντιλακ. Έβαλε ταχύτητα και πάτησε το γκάζι με δύναμη. Η Κάντιλακ γκρίνιαξε, και άρχισε να αφήνει λάστιχο επιταχύνοντας. Ο Μπόλτον, ήταν πεσμένος στο έδαφος, μέσα σε μια λίμνη αίματος. «Έπρεπε να το καταλάβω.» σκέφτηκε, και έκλεισε τα μάτια του.

       – ΤΕΛΟΣ –

Σώμα Γεμάτο Μολύβι – Μία Βολή 01 – Μπέρθα

Σώμα Γεμάτο Μολύβι

 Μια βολή – 01 – Μπέρθα

                                                Κείμενο απο: havocbanes

«Ο Θεός συγχωρεί. Η Μπέρθα, όχι.» Ντετέκτιβ Σάμιουελ Γουίλσον

        Όταν ο Γουίλσον, ένας μεγαλόσωμος άντρας στα πενήντα πέντε του, έφτασε στο εγκαταλελειμμένο μέγαρο, δεν ήξερε τι ακριβώς θα βρει. Γνώριζε από την αρχή βέβαια πως η υπόθεση ήταν περίεργη, αλλά δεν μπορούσε να αναλογιστεί τι θα μπορούσε να συναντήσει. Το παλιό αρχοντικό υψωνόταν αρκετά έξω από την πόλη, κιτρινισμένο από τα χρόνια, και μισογκρεμισμένο. Η βροχή μαστίγωνε τα παλιά σαπισμένα ξύλα του, και ο αέρας παρέσερνε τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα, κάνοντας τα να χτυπούν δυνατά. Η ίδια βροχή χτυπούσε και τον Γουίλσον. Η γκρι φεντόρα του είχε μουσκέψει, και κρατούσε τις ψιχάλες μακριά από τα μάτια του με το μακρύ της γείσο. Η γκρι καμπαρτίνα του, βρεγμένη και αυτή, είχε λερωθεί στο κάτω μέρος της από τις λάσπες την ώρα που περνούσε από τον απεριποίητο κήπο του αρχοντικού. Πλησίασε την δίφυλλη πόρτα, και ακούμπησε με την πλάτη του στην κολώνα που στήριζε την περίτεχνη μαρκίζα που την στόλιζε. Ευτυχώς, ένα μεγάλο κομμάτι από την μαρκίζα στεκόταν ακόμα, και κρατούσε το μέρος στεγνό. Το άλλο κομμάτι όμως είχε πέσει, και έφραζε την δίφυλλη πόρτα. Ο Γουίλσον έπιασε το χερούλι της πόρτας μέχρι εκεί που έφτανε, και το γύρισε ελπίζοντας να είναι ξεκλείδωτα. Η τύχη όμως δεν τον ευνόησε. Η μία πόρτα ήταν κλειδωμένη. Γρύλισε και έσφιξε της γροθιές του, που έμοιαζαν με σφυριά. Μετά, άπλωσε τα χέρια του, και έπιασε με τα χοντρά του δάχτυλα το κάτω μέρος της μαρκίζας. Το νερό άρχισε να τον χτυπά ξανά, εκνευρίζοντας τον. Βρίζοντας, έβαλε δύναμη για να σηκώσει την μαρκίζα, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Παρόλο που ήταν αρκετά γεροδεμένος, δεν μπόρεσε να την σηκώσει για να ξεμπλοκάρει την είσοδο. Έξυσε το αξύριστο πηγούνι του σκεπτόμενος. «Θα μπορούσα να το σπρώξω.» σκέφτηκε και πήγε από το πλαϊνό μέρος. Έβαλε την πλάτη του κολλητά στην πόρτα, και έπιασε την μαρκίζα ξανά, για να την σπρώξει αυτή τη φορά. Η μαρκίζα, κουνήθηκε μερικά εκατοστά, και έπεσε στο έδαφος με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, κομματιάζοντας την πλατφόρμα μπροστά από την είσοδο. «Σκατά!» γρύλισε μέσα από τα δόντια του. Ήλπιζε να μπει ήσυχα μέσα, αλλά από ότι φαίνεται, αυτή η περίπτωση εξαφανίστηκε. Τώρα όμως έφτανε να ανοίξει την άλλη πόρτα, που όπως είδε ήταν ξεκλείδωτη. Έβγαλε το μακρύκανο σαραντατεσσάρι ρεβόλβερ του και το έλεγξε. Βλέποντας το γεμάτο, χαμογέλασε έσπρωξε με τον ώμο του την πόρτα. Μπαίνοντας μέσα, είδε πως το απόλυτο σκοτάδι κάλυπτε το δωμάτιο, εκτός από την λεπτή ακτίνα φωτός που έμπαινε από την πόρτα που βρισκόταν. Έβγαλε τον μεταλλικό αναπτήρα του, και τον άναψε. Το δωμάτιο πρέπει να ήταν τεράστιο, γιατί το χλωμό φώς του αναπτήρα αποκάλυπτε τις απαραίτητες λεπτομέρειες, ίσα-ίσα για να προχωρήσει. Έκλεισε την πόρτα πίσω του, και ξεκίνησε να προχωρά προς την μεγάλη ξύλινη σκάλα μπροστά του. «Όχι ακόμα.» σκέφτηκε αποφασίζοντας πως πρέπει να ελέγξει πρώτα το ισόγειο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προχώρησε προς την πόρτα που έβλεπε στα αριστερά του.

        Το ισόγειο ήταν γεμάτο με παλιά ξύλινα έπιπλα που σάπιζαν από την κακομεταχείριση και την πολυκαιρία. Πέρα από αυτό όμως, δεν είχε βρει κάτι περίεργο. Ο αναπτήρας έκαιγε από την θερμότητα που έβγαζε, και δεν μπορούσε να τον κρατήσει άλλο. Οπότε τον έσβησε και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Στεκόταν όρθιος μέσα στα σκοτάδια με το σαραντατεσσάρι στα χέρια. Η ‘Μπέρθα’ όπως το φώναζε, ήταν ένα βαρύ, μακρύκανο μαύρο ρεβόλβερ. Το είχε μαζί του τέσσερα χρόνια, και του είχε σώσει την ζωή αρκετές φορές. Άλλες φορές βέβαια το φώναζε και ‘Κακιά Σκύλα’ αστειευόμενος πως ο Θεός συγχωρούσε. Η Κακιά Σκύλα, ποτέ. Κούνησε το κεφάλι του για να συγκεντρωθεί ξανά στην υπόθεση. «Ανθρώπινα όργανα στην μαύρη αγορά.» σκέφτηκε. «Ποιο τέρας το κάνει αυτό;» αναρωτήθηκε, και έσφιξε το ρεβόλβερ του. Ο έμπορος οργάνων πρέπει να είχε σταθεί απρόσεκτος, γιατί δεν το βρήκε ιδιαίτερα δύσκολο το να εντοπίσει από πού προέρχονται. «Πρέπει να τελειώσει αυτό.» είπε και έλεγξε τον αναπτήρα του. Ένα χαμόγελο στόλισε το πρόσωπο του μόλις ένιωσε πως είχε κρυώσει. Τον άναψε, και ηρέμησε καθώς είδε πάλι το χλωμό φως να αγγίζει απαλά το δωμάτιο. Πήρε ξανά μια βαθιά ανάσα και προχώρησε προς το τελευταίο δωμάτιο που του είχε μείνει.

        Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα, και άρχισε να χτενίζει με το βλέμμα του το δωμάτιο πριν μπει. Μόλις σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε κάποια απειλή, προχώρησε πιο μέσα, προς ένα μεγάλο σεντούκι που μπόρεσε να ξεχωρίσει στο μισοσκόταδο. Το πάτωμα έτριζε καθώς πλησίαζε, κάνοντας τον να ανησυχήσει, καθώς ήταν και λίγο προληπτικός. Το κάθε του βήμα ήταν προσεγμένο, και παρόλο το μεγάλο βάρος του, δεν είχε προξενήσει ιδιαίτερο θόρυβο. Ξαφνικά, στα αριστερά του ξεχώρισε μια μορφή. Γύρισε και σημάδεψε με την Μπέρθα, έτοιμος να κομματιάσει όποιον βρισκόταν εκεί. «Ακίνητος!» φώναξε αγριεμένος, και φώτισε με τον αναπτήρα. Ένιωσε λίγο χαζός μόλις είδε πως η μορφή που ξεχώρισε, ήταν ένα σκουρόχρωμο μαρμάρινο άγαλμα μιας γυναίκας. Γέλασε ανακουφισμένος και ξεκίνησε να προχωρά ξανά προς το σεντούκι, αφήνοντας το άγαλμα στην ησυχία του. Δεν πρόλαβε να κάνει τρία βήματα όμως, καθώς το πάτωμα κομματιάστηκε, ρίχνοντας τον στο κενό από κάτω του.

        Τα ανακατεμένα μαλλιά του ήταν γεμάτα σκόνη και σκλήθρες. Ένιωθε πως τον είχαν χτυπήσει με ταφόπλακα στην πλάτη, ενώ το κεφάλι του έμοιαζε να είναι δέκα νούμερα μεγαλύτερο. Ζαλιζόταν ακόμα, και τα αυτιά του βούιζαν δυνατά. Άνοιξε αργά τα μάτια του, και είδε μπροστά του ένα χειρουργικό τραπέζι. Κοίταξε εξερευνητικά τριγύρω στο δωμάτιο, και είδε τα ματωμένα χειρουργικά εργαλεία στον τοίχο. Η κλασσική μουσική που έπαιζε το παλιό γραμμόφωνο πλημμύριζε το δωμάτιο, βγάζοντας μια ανατριχιαστική ηρεμία. Πρέπει να ήταν σε υπόγειο, καθώς δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποιο παράθυρο. Προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά δεν μπορούσε, καθώς ήταν δεμένος σε μια ξύλινη καρέκλα. Ξεφύσηξε και αποφάσισε να περιμένει.

        Λίγα λεπτά μετά, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Ένας λεπτοκαμωμένος άντρας με καφέ κουστούμι μπήκε στο οπτικό του πεδίο, κρατώντας το ρεβόλβερ του Γουίλσον. «Εξαιρετικό μηχάνημα.» είπε δείχνοντας το. «Άσε την Μπέρθα κάτω.» γρύλισε ο Γουίλσον με την τραχιά φωνή του. Ο άντρας τον κοίταξε χαμογελαστός, και έφτιαξε το λεπτό μουστάκι του. Ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Γουίλσον, με τα λευκά καλοχτενισμένα μαλλιά του να γυαλίζουν. «Γερασμένο όμως, όπως και εσείς.» είπε απογοητευμένα και το άφησε στο ξύλινο τραπέζι. Μετά, έπιασε το παλιό δερμάτινο πορτοφόλι από δίπλα, και το άνοιξε, κοιτώντας το. «Ντετέκτιβ Σάμιουελ Γουίλσον, τμήμα Νέας Υόρκης.» είπε γεμάτος ενδιαφέρον. «Εσείς είστε αυτός;» ρώτησε δείχνοντας του την φωτογραφία της ταυτότητας του. «Εκπληκτική διαφορά.» είπε και ξανακοίταξε την φωτογραφία. Μετά, έκλεισε το πορτοφόλι, και το άφησε στην θέση του. «Υπάρχουν άνθρωποι που φορούν ακόμα φεντόρα;» ρώτησε έκπληκτος, δείχνοντας το καπέλο του. «Εσύ πουλάς τα όργανα;» τον διέκοψε αγριεμένα ο Γουίλσον. «Εγώ τα αφαιρώ, Κύριε Γουίλσον, όπως θα αφαιρέσω και τα δικά σας.» είπε χαμογελαστός. «Τώρα, πείτε μου. Καπνίζετε; Πίνετε μήπως;» ρώτησε καθώς έπιανε μια σύριγγα στα χέρια του. Την χτύπησε με το δάχτυλο του για να δει εάν υπάρχουν φουσκάλες, και χαμογέλασε. «Είμαι σίγουρος πως θα μπορέσω να σώσω κάποια όργανα από εσάς.» είπε και άρχισε να τον πλησιάζει. Ο Γουίλσον προσπάθησε να κουνηθεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν καλά δεμένος στην ξύλινη καρέκλα. «Ξύλινη;» σκέφτηκε καθώς έβλεπε τον άντρα να τον πλησιάζει χαμογελώντας χαιρέκακα. Χαμογέλασε και ο ίδιος κάνοντας τον άντρα να σταματήσει και να τον κοιτάξει γεμάτος περιέργεια. Σηκώθηκε με την καρέκλα να είναι δεμένη επάνω του, και έβαλε όλη του την δύναμη για να ανοίξει τα χέρια του. Το πελώριο στήθος του φούσκωσε, και τα χέρια του έσφιξαν δίνοντας όλη τους την δύναμη. Η καρέκλα έσπασε σε κομμάτια, με κάποια από αυτά να κρέμονται ακόμα πάνω του σε ότι σχοινιά είχαν απομείνει. Ο άντρας, πέταξε την σύριγγα στο έδαφος και έτρεξε πίσω στον πάγκο, παίρνοντας στα χέρια του την Μπέρθα. Ο Γουίλσον έτρεξε πίσω του, αλλά δεν πρόλαβε, καθώς ο άντρας γύρισε και τον σημάδεψε. Αυτός, τρομοκρατημένος έμεινε ακίνητος. «Θα πεθάνω από την Μπέρθα;» αναρωτήθηκε με θλίψη. Ο άντρας σημάδεψε καλύτερα, και τράβηξε την σκανδάλη. Η Μπέρθα αντέδρασε με ένα εκνευρισμένο μηχανικό κλικ, χωρίς να ρίξει. Ο Γουίλσον το κοίταξε έκπληκτος, καθώς ο άντρας του το πετούσε τρομοκρατημένος προσπαθώντας να αποδράσει. Άρχισε να τρέχει προς την σκάλα όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενώ ο Γουίλσον έσκυβε για να πάρει το όπλο. Άρπαξε το ρεβόλβερ από το έδαφος και κοίταξε προς τον άντρα. Είχε μόνο μια βολή, καθώς ο άντρας θα χανόταν από το οπτικό του πεδίο. Έσφιξε το όπλο στα χέρια του, και σημάδεψε προσεκτικά βάζοντας και τα δύο χέρια. Τράβηξε την σκανδάλη, και η Μπέρθα γαύγισε αγριεμένα, ξερνώντας μολύβι προς τον άντρα που έτρεχε. Η προειδοποιητική βολή πέτυχε τον τοίχο δίπλα του, κόβοντας ένα μέρος από το σημείο που προσέκρουσε. Ο άντρας σταμάτησε και κοίταξε τον Γουίλσον τρομοκρατημένος. «Η επόμενη βολή θα περάσει μέσα από το στήθος σου.» του είπε με την τραχιά φωνή του. Ο άντρας γονάτισε και έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Ο Γουίλσον πήρε ένα από τα σχοινιά που κρέμονταν από πάνω του, και του έδεσε τα χέρια. «Συλλαμβάνεσαι.» είπε αγριεμένα.

        Τον έσπρωξε με δύναμη στο βαν της αστυνομίας και έκλεισε την πόρτα. «Θα τον πάμε εμείς στο τμήμα.» είπε ο Τρέβορ, ένας νεαρός αστυνομικός. Αυτός έγνεψε θετικά και έβαλε το ρεβόλβερ στην θήκη του. «Σαμ, ακόμα αυτή την παλιατζούρα έχεις; Τα τελευταία όπλα είναι καλύτερα. Γιατί δεν παίρνεις ένα;» τον ρώτησε μόλις είδε το ρεβόλβερ του. Ο Γουίλσον τον κοίταξε χαμογελαστός. «Ο Θεός συγχωρεί. Η Μπέρθα, όχι.» είπε γελώντας και χτύπησε απαλά την θήκη με το χέρι του. Ο Τρέβορ κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και μπήκε στο περιπολικό του.

   – Επίλογος –

        Τέσσερα χρόνια πριν, βράδυ των Χριστουγέννων. Ο φρεσκοξυρισμένος και καλοχτενισμένος Ντετέκτιβ Γουίλσον καθόταν στην πολυθρόνα του δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Μόλις είχε γυρίσει από το νοσοκομείο. Καθόταν κατακρεουργημένος από την θλίψη και κοιτούσε τον ιατρικό φάκελο στα χέρια του. Έγραφε πως η γυναίκα του πέθανε νωρίτερα το ίδιο απόγευμα. Την είχε χτυπήσει μεθυσμένος οδηγός. Είχε μαζέψει ότι κουράγιο είχε, και πήγε να αναγνωρίσει το πτώμα του μοναδικού ανθρώπου που του είχε απομείνει. Ένιωσε να τον χτυπά μια βαριά στο στήθος καθώς την είδε. Το άλλοτε όμορφο πρόσωπο της ήταν μερικώς κατεστραμμένο, αλλά μπορούσε να το ξεχωρίσει. Δεν έκλαψε. «Οι άντρες δεν κλαίνε.» σκέφτηκε, καθώς υπέγραφε τα χαρτιά. Μετά γύρισε στο σπίτι και έκατσε στην πολυθρόνα. Και από εκείνη την ώρα δεν έκανε τίποτα άλλο από το να πίνει. Κάποια στιγμή, τα φωτάκια από το δέντρο που αναβόσβηναν, άρχισαν να τον εκνευρίσουν. Σηκώθηκε αγριεμένος, το έπιασε στα χέρια του, και το πέταξε στην άκρη του δωματίου με δύναμη. Μετά, έπιασε την πολυθρόνα, και άρχισε να χτυπά το δέντρο με αυτή, κάνοντας την θρύψαλα. Το χτυπούσε για αρκετή ώρα, μέχρι που δεν υπήρχε κάποιο κομμάτι της πολυθρόνας στα χέρια του. Μόλις το είδε αυτό, άρχισε να χτυπά μανιασμένα με τις γροθιές του. Χτυπούσε τα σπασμένα ξύλα, και τα θρύψαλα από τα γυαλιά, κάνοντας τα χέρια του να ματώσουν. Μετά γύρισε και κοίταξε το τραπέζι που είχε το ουίσκι. Το πλησίασε, και με ματωμένα χέρια έπιασε το μπουκάλι. Εξαντλημένος, έκατσε στο πάτωμα προσπαθώντας να ανασάνει. Ήπιε μερικές γουλιές, και ακούμπησε την πλάτη του στην μεγάλη βιβλιοθήκη. Απέναντί του, βρισκόταν το τζάκι, με δύο χριστουγεννιάτικες κάλτσες. Από πάνω τους, βρισκόταν το δώρο που του είχε πάρει η γυναίκα του. Ένα μεγάλο κουτί, τυλιγμένο με περίτεχνο χριστουγεννιάτικο περιτύλιγμα. Το κοίταξε ξανά, και μάζεψε τα συντρίμμια του για να φτάσει μέχρι το τζάκι. Μόλις το πήρε στα στα χέρια του, είδε πως το πακέτο ήταν βαρύ. Το ξετύλιξε προσεκτικά με ευλαβικές κινήσεις, και έβγαλε το μεγάλο ξύλινο κουτί από την συσκευασία, αφήνοντας το περιτύλιγμα να πέσει. Το άνοιξε προσεκτικά, και είδε πως μέσα υπήρχε ένα μεγάλο μακρύκανο σαραντατεσσάρι μάγκνουμ. Το εσωτερικό της θήκης ήταν από βελούδο, και περιείχε το όπλο, έξι σφαίρες, και μια κάρτα. «Καλά Χριστούγεννα. Ελπίζω να σε προσέχει όπως εγώ.» έγραφε η κάρτα. Χαμογέλασε θλιμμένα, και έπιασε το ρεβόλβερ στα χέρια του. Το γέμισε με αργές κινήσεις και δακρύζοντας έβαλε την κάνη στο στόμα του, τραβώντας την σκανδάλη. Το ρεβόλβερ αντέδρασε με ένα εκνευρισμένο μηχανικό κλικ, χωρίς να ρίξει. Απελπισμένος, το πέταξε στο πάτωμα, γονάτισε, και έβαλε τα κλάματα. Και εκεί όπως καθόταν κοίταξε ξανά το ρεβόλβερ που ήταν πεσμένο πάνω από τον ιατρικό φάκελο της γυναίκας του. Έπιασε ξανά το ρεβόλβερ στα χέρια του. Το πλησίασε στα χείλη του και το φίλησε. «Είσαι μια κακιά σκύλα, έτσι Μπέρθα;» του είπε χαμογελαστός, και πήρε τον ιατρικό φάκελο στα χέρια του. Σηκώθηκε πλησίασε τον κάδο, και τον πέταξε μέσα. Τον φάκελο που έγραφε «Μπέρθα Γουίλσον – ΝΕΚΡΗ.»
 

     – ΤΕΛΟΣ –

Φτάσαμε

Λοιπόν.

Είναι ένα ακόμα απαίσιο Δευτεριάτικο πρωινό. Κοιμήθηκα στις έξι το πρωί, προσπαθώντας να τελειώσω την πιο πρόσφατη ιστορία μου, και ο Αντρέας, ένας φίλος μου, με ξύπνησε απο τα χαράματα. (8:00)

Μπορώ να πω πως είχε πλακα.

Ευτυχώς, δόξα τον Jimmi Hendrix, είχα την υποστήριξη των φίλων, που με έπεισαν να ανοίξω αυτό το μπλόγκ, και να μοιραστώ τις ιστορίες μου, και γενικά όποιες ανησυχίες έχω.

Το μπλογκ βρίσκεται ακόμα υπο κατασκευή (ή υπο κατάρρευση. Ανάλογα πως το βλέπει ο καθένας.), όποτε όποιες προτάσεις έχετε, μπορείτε να τις κάνετε στην ανάλογη ενότητα. Στο άμεσο μέλλον θα υπάρχει και ενότητα για να ανεβάζουν και τα μέλη τις ιστορίες τους. Αυτό βεβαια θα γίνει αν δεν είμαστε εμείς και ο κούκος.

Ευχαριστω, και καλημέρα.